Τρίτη, 13 Δεκεμβρίου 2011

Η αναγκαιότητα και οι προοπτικές της Οικονομικής Επιστήμης στη Δευτεροβάθμια Εκπαίδευση

Η Οικονομική επιστήμη ως κοινωνική αναγκαιότητα

Ο άνθρωπος ιστορικά βρήκε τρόπους εξασφάλισης της συνέχειας των κοινωνιών στις οποίες ζούσε. Αρχικά, αυτή η συνέχεια οργανώθηκε γύρω από την παράδοση, κληροδοτώντας από γενιά σε γενιά τα απαραίτητα καθήκοντα σύμφωνα με τα ήθη και τα έθιμα: ο γιος κάνει τη δουλειά του πατέρα και έτσι διατηρείται η παράδοση.

Αργότερα οι κοινωνίες εξασφάλισαν την οικονομική τους επιβίωση με τα διατάγματα μιας και μοναδικής ανώτατης αρχής και με τις κυρώσεις που αυτή θεωρούσε ότι έπρεπε να επιβάλλει. Αυτές οι κοινωνίες ονομάζονται κοινωνίες διαταγής και κλασσικό παράδειγμα είναι η απολυταρχική εξουσία.
Μια άλλη λύση με την οποία η κοινωνία εξασφάλιζε τη συνέχειά της είναι αυτή που επέτρεπε σε κάθε μέλος της να κάνει αυτό που θεωρούσε σωστό και που του υπαγόρευε το οικονομικό του συμφέρον. Εδώ αναφερόμαστε στο σύστημα της αγοράς.

Αυτό που οδηγούσε τη μεγάλη πλειονότητα στην εκτέλεση των καθηκόντων της δεν ήταν η δύναμη της παράδοσης η της διαταγής της εξουσίας αλλά το δέλεαρ του κέρδους. Παρόλα αυτά η επίδραση του ενός ατόμου πάνω στο άλλο είχε ως αποτέλεσμα να εκτελούνται οι απαραίτητες για την κοινωνία εργασίες. Το σύστημα της αγοράς δεν είναι απλώς ένα μέσο ανταλλαγής αγαθών, αλλά είναι ένας μηχανισμός για τη συντήρηση και διατήρηση μιας ολόκληρης κοινωνίας.

Ποιες ήταν οι δυνάμεις που είχαν τόση ισχύ ώστε να συντρίψουν έναν άνετο και εδραιωμένο κόσμο και στη θέση του να τοποθετήσουν το σύστημα της αγοράς;
1. Έκαναν τη σταδιακή τους εμφάνιση οι εθνικές και πολιτικές οντότητες στην Ευρώπη με ενθάρρυνση των αναζητήσεων και εξερευνήσεων ξένων εδαφών.
2. Ένα δεύτερο μεγάλο κύμα αλλαγών εμφανίστηκε με την αργή αποδυνάμωση του θρησκευτικού αισθήματος. Η άνοδος του προτεσταντισμού επέσπευσε την επικράτηση ενός διαφορετικού τρόπου αντιμετώπισης της εργασίας και του πλούτου.
3. Ένα άλλο βαθύ ρεύμα ξεκίνησε από τις υλικές αλλαγές, οι οποίες έκαναν τελικά εφικτό το σύστημα της ελεύθερης αγοράς. Η δημιουργία των πόλεων, το οδικό δίκτυο, η διεύρυνση των ανταλλαγών, η τεράστιας σημασίας τεχνική πρόοδος, η αναγκαιότητα της τήρησης λογιστικών βιβλίων για την ορθολογική διαχείριση του χρήματος, αποτελούν βασικά χαρακτηριστικά στοιχεία αυτού του ρεύματος.
4. Η επίδραση των επιστημονικών ανακαλύψεων. Ο πειραματισμός και η καινοτομία αντιμετωπίζονται πλέον με φιλικό βλέμμα. Η βιομηχανική επανάσταση δεν θα είχε συμβεί αν δεν είχε προλειανθεί το έδαφος από μια σειρά βασικών ανακαλύψεων που σχετίζονται με τη βιομηχανία.
Ο άνθρωπος έπρεπε να έχει κάποιου είδους γνώση που να τον βοηθά να καταλάβει τον κόσμο, στον οποίο ζούσε. Ο κόσμος της οικονομίας φαινόταν πιο σημαντικός όσο ποτέ. Αυτός ο κόσμος γέννησε τους φιλοσόφους του.

Ο Adam Smith με το έργο του «Έρευνα για τη φύση και τα αίτια του πλούτου των Εθνών» έδειξε πως η απελευθέρωση του εμπορίου μπορεί πολύ συχνά να αποβεί εξαιρετικά χρήσιμη για τη δημιουργία ευημερίας μέσα από την εξειδίκευση της παραγωγής, τον καταμερισμό της εργασίας, και τη σωστή χρήση των οικονομιών μεγάλης κλίμακας. Δημιούργησε ένα οικονομικό προσχέδιο για την ερμηνεία του κόσμου και ουσιαστικά από τότε καθιερώθηκε η οικονομική επιστήμη, που είναι ένα ερμηνευτικό σύστημα με σκοπό να μας διαφωτίσει για τον τρόπο λειτουργίας, και συνεπώς για τα προβλήματα και τις προοπτικές της πολύπλοκης κοινωνικής οντότητας που αποκαλούμε οικονομία.

Η οικονομική επιστήμη ως επιστημονική αναγκαιότητα

Η γνώση ή η επιστήμη είναι αποτέλεσμα μιας διανοητικής δημιουργίας άρα «παραγωγής» με την ευρεία έννοια και είναι στενά δεμένη με τη δομή ενός κοινωνικού σχηματισμού. Έτσι και η εξέλιξη των επιστημών συνδέεται με την εκάστοτε κοινωνικο-οικονομική πραγματικότητα.
Στην κλασσική εποχή το πεδίο της γνώσης ήταν τελείως ομοιογενές. Κάθε γνώση προέβαινε σε τακτοποιήσεις με την επισήμανση διαφορών και καθόριζε τις διαφορές με την εγκαθίδρυση μιας τάξης π.χ. μαθηματικά, επιστήμες της φύσης.
Από τον 19ο αιώνα, που η επιστημονική γνώση της παραγωγικής διαδικασίας διαχωρίζεται από τον άμεσο παραγωγό, η επιστήμη εφαρμόζεται με τέτοιο τρόπο, ώστε να εξασφαλίζεται η υπαγωγή του εργάτη στα μέσα παραγωγής, ενώ το επιστημονικό πεδίο τεμαχίζεται ή μάλλον εκρήγνυται προς διαφορετικές κατευθύνσεις. Οι επιστήμες ταξινομούνται σε ομάδες και κλάδους που διαμορφώνονται με κριτήριο την ιστορική προέλευση και ταυτόχρονα την αντιστοίχιση με τις κοινωνικές ανάγκες και τη λειτουργία τους στην αντικειμενική πραγματικότητα.

Σήμερα στην κατηγορία των κοινωνικών επιστημών εξέχουσα θέση κατέχει η οικονομική επιστήμη, η οποία έχει αναπτυχθεί σε πολλές επιστημονικές κατευθύνσεις (Οικονομία, Οργάνωση και Διοίκηση, Λογιστική, Χρηματοοικονομικά, Διοίκηση ανθρωπίνων πόρων, Marketing, Διεθνές εμπόριο κλπ.)
Όμως τα οικονομικά φαινόμενα είναι πολύ σύνθετα και η συμπεριφορά των οικονομικών μεγεθών εξαρτάται άμεσα ή έμμεσα από μεγάλο αριθμό προσδιοριστικών παραγόντων. Οι απαντήσεις στα ερωτήματα για το ποια είναι τα κίνητρα του «ατομικού πράττειν» και αν αυτό κατευθύνεται από την επιδίωξη της μεγιστοποίησης του ατομικού οικονομικού οφέλους, έχουν απασχολήσει πολλούς κατά την διάρκεια οικοδόμησης της οικονομικής θεωρίας.
Η πρώτη βάση πάνω στην οποία οικοδομήθηκε ένα σύστημα οικονομικής θεωρίας υπήρξε το φυσικό δίκαιο. Στη συνέχεια το πρότυπο της ωφελιμιστικής ηθικής φιλοσοφίας, η οποία αποτελούσε στο τέλος του 19ου αιώνα το θεμέλιο της οικονομικής σκέψης, ήταν η πεποίθηση, ότι η βούληση και μπορούσε και αλλά και έπρεπε να είναι ορθολογική.

Για τους φιλελεύθερους οικονομολόγους η οικονομική επιστήμη διαπνέεται από:
α. το οντολογικό στοιχείο, δηλαδή την προσπάθεια να διερευνηθεί πως λειτουργεί η οικονομία, να αναζητηθούν αιτιώδεις σχέσεις ανάμεσα στα οικονομικά μεγέθη ή φαινόμενα που μπορούν να επαληθευθούν ή να διαψευστούν εμπειρικά
β. το δεοντολογικό στοιχείο, δηλαδή την αναζήτηση της άριστης οργάνωσης της οικονομίας, ώστε να ικανοποιούνται συνδυαστικά και κατά τον καλύτερο τρόπο θεμελιώδη αιτήματα του ανθρώπου, τόσο ως ατόμου όσο και ως μέλος του κοινωνικού συνόλου.

Αντίθετα η μαρξιστική σχολή υιοθέτησε μια αντίληψη ιστορική και συγχρόνως θεωρητική για την οικονομική επιστήμη. Αντικείμενο μελέτης είναι η γέννηση, η ανάπτυξη και η εξέλιξη του καπιταλιστικού τρόπου παραγωγής, η οικονομική βάση και το εποικοδόμημα του τρόπου παραγωγής, οι παραγωγικές δυνάμεις και οι παραγωγικές σχέσεις.
Σε κάθε περίπτωση η οικονομική επιστήμη δεν πρέπει να συγχέεται ούτε με την πραξεολογία και τις γενικές αρχές της ορθολογικής δράσης ούτε με την οικονομική ιστορία.

Ωστόσο υπάρχουν πεδία ανανέωσης και εμπλουτισμού της οικονομικής επιστήμης, που είναι τα ακόλουθα:
Η ανανέωση της μακροοικονομικής θεωρίας οφείλει πολλά στη διαμόρφωση των εθνικών λογαριασμών κάτω από την επίδραση των θεωριών του keyns, την εφεύρεση των πινάκων Εισροών Εκροών του Leontief, που με τη σειρά τους εμπνέονται:
- από τον Οικονομικό Πίνακα του Quesnay και από τα σχήματα απλής και διευρυμένης αναπαραγωγής του Μάρξ. Επίσης η σύγχρονη μακροοικονομική συχνά υιοθέτησε τις μαθηματικοποιημένες μεθόδους της μικροοικονομικής και αναγνώρισε τη σημασία των κοινωνικών τάξεων στη δημιουργία και κατανομή του Εθνικού εισοδήματος.
- Η οικονομική επιστήμη δεν μπορεί να υπάρξει χωρίς μια θεωρία της αξίας, και ιδιαίτερα της ανταλλακτικής αξίας, που προσδιορίζει τον κοινωνικό χαρακτήρα της παραγωγής και αναπαραγωγής, και είναι άμεσα συνδεδεμένη με το πρόβλημα ενός συστήματος σχετικών τιμών.
- Η οικονομική της ευημερίας αποτέλεσε έναν από τους πιο ενδιαφέροντες κλάδους της οικονομικής επιστήμης, που τον απασχόλησαν όχι μόνο η εξέλιξη της οικονομικής επιστήμης οδήγησε στην μελέτη των συνθηκών της οικονομικής το πρόβλημα της ατομικής ευημερίας, αλλά και η εκτίμηση της κοινωνικής ευημερίας, του βιοτικού επιπέδου και της ποιότητας ζωής.
- Η ανάπτυξη των σύγχρονων θεωριών λήψης αποφάσεων μαζί με τη χρησιμοποίηση της επιχειρησιακής έρευνας, που έχουν πρακτική χρησιμότητα τόσο για τους επιχειρηματίες όσο και για τους υπεύθυνους της οικονομικής πολιτικής. Η θεωρία των αποφάσεων είναι συνδεδεμένη με τη γενική μαθηματική θεωρία των συστημάτων και χρησιμοποιεί στοχαστικές σχέσεις μέσα από τη θεωρία των παιγνίων. Οι αποφάσεις που αφορούν τις παραγωγικές διαδικασίες λαμβάνονται σε κατάσταση αβεβαιότητας, η οποία εντείνεται λόγω των οικονομικών διακυμάνσεων που χαρακτηρίζουν την οικονομία της αγοράς.
- Επίσης νέες αντιλήψεις εμφανίζονται στη θεωρία της μεγέθυνσης, της οικονομικής δυναμικής και της οικονομικής ανάπτυξης. Ενδιαφέρον παρουσιάζει το θέμα της διανομής του εισοδήματος. Η διανομή σύμφωνα με το Rikardo είναι το κύριο πρόβλημα της οικονομικής επιστήμης. Τέλος με την ανάπτυξη του χρηματοπιστωτικού τομέα της οικονομίας έχουμε την ανάπτυξη των θεωριών περί χρήματος και της νομισματικής θεωρίας και πολιτικής.


Η οικονομική επιστήμη ως εκπαιδευτική αναγκαιότητα

Ο άνθρωπος μαθαίνει τη γνώση για να μορφώνεται, να αποκτά συνείδηση της θέσης του στη κοινωνία, την αντίληψη της συλλογικής δράσης, της συνεργασίας και της οργάνωσης, ώστε να διεκδικεί τα δικαιώματα στη ζωή και την εργασία.
Στο σχολείο οι γνώσεις πρέπει να απλώνονται τόσο, ώστε να συνδέουν την πνευματική ισορροπία με τη θέση του ανθρώπου στην εργασία. Ο μαθητής Δεν θα μαθαίνει για να μαθαίνει! Ο στόχος δεν είναι η γνώση για τη γνώση, αλλά η γνώση για τη λύση προβλημάτων, αφού η γνώση δεν έχει νόημα αν δεν συνδέεται με τη λύση πρακτικών προβλημάτων.
Στο σχολείο οι επιστημονικές γνώσεις, κλάδοι, δραστηριότητες πρέπει να είναι ισοδύναμες, ισότιμες και να λειτουργούν οργανικά, συνθετικά, μορφωτικά με σκοπό τη διαμόρφωση ενός ολοκληρωμένου ατόμου.
Η πρώτη απόπειρα διδασκαλίας οικονομικών μαθημάτων στην εκπαίδευση εντοπίζεται στα τέλη του 18ου αιώνα και ανήκει στον αιδεσιμότατο James Madison, ο οποίος στο κολέγιό του χρησιμοποίησε το σύγγραμμα για τον πλούτο των εθνών του Adam smith. Ο James Madison είναι ο πρώτος δάσκαλος στον κόσμο, που αναζήτησε τον τρόπο, ώστε τα οικονομικά να αποτελέσουν ένα βασικό συστατικό μιας γενικού τύπου εκπαίδευσης, αντάξιας μιας ελεύθερης δημοκρατικής κοινωνίας.
Η συμμετοχή στο οικονομικό γίγνεσθαι όλων των ατόμων, η λήψη ορθολογικών αποφάσεων και επιλογών στην παραγωγή, κατανομή και κατανάλωση των αγαθών καθιστούν την οικονομική εκπαίδευση απαραίτητη γενική γνώση και ως τέτοια θα πρέπει να διδάσκεται στο σχολείο.
Οι οικονομικές γνώσεις απευθύνονται σε κάποιον που στα δεκαοκτώ του χρόνια θα εμφανιστεί στην κοινωνία και θα αρχίσει να δρα με μια διπλή ιδιότητα. Αφενός με την ιδιότητα του πολίτη και αφετέρου με την ιδιότητα του ιδιοκτήτη εμπορευμάτων, πλούτου και γνώσεων, δηλαδή με την ιδιότητα του ιδιώτη.

Σήμερα οι μεγάλες αλλαγές στην τεχνολογία, στην επιστήμη και στην οικονομική συμπεριφορά των ανθρώπων οδηγούν σε ένα πολύπλοκο οικονομικό σύστημα. Στην οικονομία της πρόσβασης τα δίκτυα αποτελούν ένα νέο θεσμικό πλαίσιο της ανταλλαγής των προϊόντων και στο σύγχρονο διεθνοποιημένο περιβάλλον ο ρόλος του χρηματοοικονομικού συστήματος είναι ιδιαίτερα σημαντικός.
Ακόμη και η Ευρωπαϊκή Επιτροπή δίνει ιδιαίτερη σημασία στη χρηματοπιστωτική εκπαίδευση ως συμπληρωματικού μέσου προστασίας του καταναλωτή. Διαπίστωσε δε μετά από σχετική έρευνα ότι υπάρχει δυσκολία κατανόησης ζητημάτων χρηματοπιστωτικής φύσης γιατί τα νοικοκυριά δεν έχουν κατανοήσει βασικές οικονομικές έννοιες όπως για παράδειγμα το επιτόκιο, ο ανατοκισμός ή ο πληθωρισμός. Επομένως η οικονομική εκπαίδευση πρέπει να θεωρείται αναγκαία τόσο για την ασφάλεια των ατόμων όσο και του κοινωνικού συνόλου.

Έτσι οι σκοποί της διδασκαλίας της οικονομικής επιστήμης πρέπει να είναι:
  • να διδαχθεί ο μαθητής ένα περιεχόμενο οικονομικών και κοινωνικών εννοιών που αναφέρεται στη γένεση, την εξέλιξη και τη σημερινή πραγματικότητα της παραγωγικής και ανταλλακτικής διαδικασίας
  • να γνωρίζει ο μαθητής πως γίνεται η διοίκηση, η οργάνωση, η διεύθυνση και ρύθμιση της παραγωγικής και ανταλλακτικής διαδικασίας σε τοπικό, εθνικό και παγκόσμιο επίπεδο.
  • να μάθει ο μαθητής πως γεννιέται ένα προϊόν ή αγαθό μέσα από τις σχέσεις εργασίας και τον καταμερισμό της εργασίας με δεδομένο ότι η εργασία είναι η βάση της παραγωγής.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου